ευράξ

εὐράξ (Α)
επίρρ.
1. πλαγίως, στα πλάγια
2. φρ. «εὐράξ πατάξ» — αναφώνηση, επιφώνημα προς εκδίωξη πτηνών.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. ευράξ (πρβλ. λαξ, οδάξ, παξ), συσχετίστηκε με τον τ. ευρύς*, εξ ου και η λ. ερμηνεύθηκε «εκ πλαγίου». Άλλοι τή θεωρούν ως «σύνθετο εκ συναρπαγής» από τη φράση δε Fράξ (Fραξ < ράσσω, ράττω «χτυπώ, ωθώ, προσκρούω»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐράξ — on one side indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πατάξ — Α επίρρ. φρ. «εὐρὰξ πατάξ» αναφώνηση για εκδίωξη πτηνών. [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. πάταγος] …   Dictionary of Greek

  • υράξ — και αιολ. τ. ὔρραξ Α επίρρ. (κατά τον Ησύχ.) «μίγδην, ἀναμείξ». [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. επίρρ. με κατάλ. άξ (πρβλ. εὐρ άξ, πατ άξ). Η λ. θα μπορούσε ίσως να θεωρηθεί άλλος τ. τού εὐράξ*, ενώ η σύνδεση με τον τ. ὕραξ «τρωκτικόμορφο θηλαστικό»… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.